Εικόνες που προκαλούν θλίψη: Το άδοξο τέλος των ουκρανικών Tu-160

Εικόνες που προκαλούν θλίψη: Το άδοξο τέλος των ουκρανικών Tu-160

Μοιραστείτε το άρθρο

Την περίοδο αμέσως μετά την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης πολλές χώρες που απέκτησαν την ανεξαρτησία τους βρέθηκαν ξαφνικά να έχουν στο έδαφός τους οπλικά συστήματα στρατηγικού χαρακτήρα, από βαλλιστικούς πυραύλους μέχρι υποβρύχια και αεροσκάφη πυρηνικής κρούσης. Ίσως η χαρακτηριστικότερη περίπτωση να ήταν αυτή της Ουκρανίας.

Η Ουκρανία κληρονόμησε τεράστιες ποσότητες σοβιετικών όπλων, μεταξύ των οποίων πυρηνικά όπλα, διηπειρωτικούς βαλλιστικούς πυραύλους και 19 βομβαρδιστικά Tu-160. Λόγω μεγάλης έλλειψης ρευστότητας και μίας οικονομίας σε ελεύθερη πτώση, η νέα κυβέρνηση του Κιέβου προσπάθησε να εξασφαλίσει χρήματα με την μόνη διαθέσιμη μέθοδο: Ξεπουλώντας τα πάντα, κυριολεκτικά.

Ορισμένα όπλα κατέληξαν στην Κίνα που σαφώς περίμενε στην γωνία για να αρπάξει ό,τι μπορούσε ώστε να το μελετήσει κι αντιγράψει. Κατάφερε να αγοράσει ένα παροπλισμένο αεροπλανοφόρο, καθώς και το πρωτότυπο του ναυτικού μαχητικού Su-33. Πράγματι και τα δυο αντιγράφτηκαν και εντάχθηκαν σε υπηρεσία ως Liaoning και J-15 Flying Shark αντίστοιχα, αν και πέρασαν αρκετά χρόνια για αυτό!

Εύλογα, η Κίνα επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για τα Tu-160 που μάλλον αν της δινόταν η ευκαιρία θα τα αγόραζε όλα, αφού θα ήταν το επιθυμητό τεχνολογικό άλμα που επιδίωκε σε σχέση με τα Tu-16 και τοπικά αντίγραφά τους H-6 που είχε ήδη σε υπηρεσία, κι ως σχεδιάσεις πήγαιναν πίσω στη δεκαετία του ’60.

Θεωρείτο βέβαιο ότι τα ουκρανικά Tu-160 δεν επρόκειτο απλώς να εισέλθουν απευθείας σε κινεζική υπηρεσία, αλλά σίγουρα κάποια θα διαλύονταν για να μελετηθούν εκτενώς, να αντιγραφτούν και να παραχθούν στην εγχώρια αγορά από τις κινεζικές αεροναυπηγικές βιομηχανίες ως εγχώριες παραλλαγές.

Εντέλει, αν τα βομβαρδιστικά αυτά έπεφταν στα χέρια της Κίνας, θεωρείται βέβαιο ότι θα παράγονταν σε μεγάλους αριθμούς, πιθανότατα μεγαλύτερους ακόμα κι από την ίδια την Ρωσία, όπως εξάλλου συνέβη και με κάθε άλλο αεροσκάφος που αντέγραψε η κινέζικη βιομηχανία, μόνο και μόνο λόγω κεντρικής κι ολοκληρωτικής διαχείρισης του κρατικού προϋπολογισμού και μεγαλύτερης χρηματοδότησης από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο.

Για του λόγου το αληθές, το Su-27 Flanker κι όλα τα εγχώρια παράγωγά του, παρήχθησαν (και παράγονται ακόμα…) σε κινέζικη υπηρεσία σε μεγαλύτερους αριθμούς από την Ρωσία, όπως και το Tu-16 ως H-6, οι σημερινές δυνατότητες του οποίου δεν έχουν καμία σχέση με το αρχικό Tu-16 αφού αναβαθμίζεται συνεχώς.

Μία Κίνα με αρκετές δεκάδες Tu-160 και εγχώρια αντίγραφά του θα έφτανε να έχει τελικά τον μεγαλύτερο και πιθανόν και ικανότερο στόλο στρατηγικών βομβαρδιστικών στον κόσμο.

Αυτό το ενδεχόμενο προφανώς θορύβησε τις Ηνωμένες Πολιτείες, που όπως και σε άλλες περιπτώσεις, κίνησε γη κι ουρανό για να μην καταλήξουν τα αεροσκάφη αυτά στην Κίνα. Αυτονόητο είναι ότι ούτε η Ρωσία επιθυμούσε αυτό το ενδεχόμενο, αλλά βρισκόταν σε ακόμα χειρότερη κατάσταση από την Ουκρανία και δεν είχε περιθώρια να πιέσει.

Τελικά κι οι δυο χώρες κατάφεραν με διαφορετικούς τρόπους να αποτρέψουν την Ουκρανία να πουλήσει τα αεροσκάφη αυτά στην Κίνα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες από κοινού με την Ευρωπαϊκή Ένωση προχώρησαν στην υπογραφή μιας σύμβασης άρνησης πώλησης των βομβαρδιστικών από την Ουκρανία, παρέχοντας στο Κίεβο 15 εκατομμύρια δολάρια για να μπορέσει να καταστρέψει τα αεροσκάφη αντί να τα πουλήσει στην Κίνα.

Οι ΗΠΑ έστειλαν και ειδικά ερπυστριοφόρα μηχανήματα της Caterpillar εξοπλισμένα με βιομηχανικά ψαλίδια βαρέως τύπου με τα οποία έκοψαν τα Tu-160 σε κομμάτια, κυριολεκτικά. Το έργο της διάλυσης των βομβαρδιστικών ανέλαβε και συντόνισε η Raytheon Technical Services Co.

Στην συνέχεια, άντρες του μηχανικού πήραν την θέση τους πάνω από τα μικρότερα πλέον κομμάτια και με την χρήση μεγάλων ηλεκτρικών τροχών τα έκοψαν σε ακόμα μικρότερα. Η διαδικασία αυτή επαναλήφθηκε και με άλλα αεροσκάφη, πυραύλους κτλ, έως ότου έμειναν μόνο μερικά δείγματα για το μουσείο. Η όλη διαδικασία κράτησε μόλις 25 λεπτά, μετά την οποία 10 από τα ουκρανικά Tu-160 και 20 Tu-95 έγιναν παλιοσίδερα.

Η Ρωσία από την πλευρά της μετά από μακρές διαπραγματεύσεις πέτυχε μία συμφωνία που με τα σημερινά δεδομένα μάλλον θα την χαρακτηρίζαμε «απάτη» αλλά με τα τότε δεδομένα ήταν μάλλον επιτυχία για την Ουκρανία. Συγκεκριμένα, εξασφάλισε την αγορά των 8 εναπομείναντων Tu-160 (και τριών Tu-95) της Ουκρανίας καθώς και πάνω από 500 πυραύλους πλεύσης Kh-55 έναντι κόστους 285 εκατομμυρίων δολαρίων (περίπου 485 σε σημερινές τιμές).

Το θέμα δεν είναι αν το ποσό ήταν μεγάλο ή μικρό, που μάλλον για αυτό το πακέτο ήταν γελοιωδώς χαμηλό (1 Tu-160 κοστολογείτο στα 250 εκατομμύρια δολάρια μόνο του…) αλλά ότι το ποσό το οποίο δεν καταβλήθηκε τοις μετρητοίς στην Ουκρανία, αλλά αποτέλεσε διαγραφή ενός μέρους του χρέους της χώρας αυτής προς την Ρωσία για την προμήθεια φυσικού αερίου

Με τον τρόπο αυτό πάντως, η Ουκρανία έπαψε οριστικά να είναι πυρηνική δύναμη, αφού πούλησε, αντάλλαξε ή κατέστρεψε όλα της τα πυρηνικά όπλα και φορείς αυτών. Στο εξής η Ουκρανία θα ήταν μία μόνο συμβατική δύναμη, όπως κι άλλες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες εξάλλου, που επίσης έδωσαν πίσω τα πυρηνικά τους όπλα και τους φορείς τους που «κληρονόμησαν» από την πρώην Σοβιετική Ένωση.

Κι ενώ τότε ο δρόμος αυτός με το κλίμα της εποχής φάνταζε μονόδρομος, κατά πάσα βεβαιότητα η Ουκρανία σήμερα πρέπει να έχει μετανιώσει για εκείνη την απόφαση. Μία Ουκρανία που το 2014 θα ήταν πυρηνική δύναμη σίγουρα δεν θα είχε υποστεί τον ταπεινωτικό διαμελισμό που υπέστη, ούτε θα ήταν σήμερα στην κατάσταση που είναι με την ίδια της την εθνική υπόσταση να τίθεται ανά πάσα στιγμή εν αμφιβόλω και τις Ένοπλες Δυνάμεις απλά να είναι απελπιστικά ανεπαρκείς ενάντια στην Ρωσία.

Μοιραστείτε το άρθρο


Ρεπορτάζ : Nikodimos Pavlidis Σύνδεσμος

Loading...

Άλλα τελευταία άρθρα Κατηγορίας