H «αριστεία» ως αυτογκόλ

H «αριστεία» ως αυτογκόλ

Από την Κατέ Καζάντη

Η φιλοσοφική στοιχειοθέτηση του καπιταλισμού, η αξιακή – ηθική του συγκρότηση και ταυτοχρόνως ο έξυπνος τρόπος δια του οποίου η αστική τάξη επιβάλλει τελικά την κυριαρχία της δεν είναι παρά η περιβόητη αριστεία. 

Η βαθιά περιφρονητική για τους λιγότερους «άξιους» κουλτούρα της αριστείας είναι η κατασκευασμένη πολιτισμική -όχι μοναχάπολιτική- εφαρμογή της εξουσίας των ελίτ. Οι οποίες ελίτ θέτουν και τα κριτήρια της «αξιοσύνης», αγνοώντας σκοπίμως την ταξικότητα της κοινωνίας. Οι «άριστοι», έτσι, είναι κατασκευάσματα, ένας εσμός προσοντούχων, κάτοχοι συγκεκριμένων ακαδημαϊκών περγαμηνών, που στοιχίζουν χρυσάφι, με τεχνοκρατικού τύπου χρησιμότητα. Ο αυταρχικός χαρακτήρας τους είναι προφανής: μπροστά στα απροσπέλαστα, λόγω κόστους, πτυχία, ο λαουτζίκος οφείλει να κλίνει το γόνυ. Να προσκυνά τα άφταστα Χάρβαρντ και να παραδέχεται πως, ναι, μοναχά αυτοί, οι κάτοχοί τους, έχουν δικαίωμα να ορίζουν τις τύχες των ανθρώπων. Η αρχή της ανάθεσης, που σηματοδοτεί και το τέλος της δημοκρατίας, είναι εδώ: οι θέσεις εξουσίας προορίζονται μοναχά για λίγους, εκλεκτούς.

Αλλά ακόμα κι αν η διάχυση της κουλτούρας της αριστείας παραμένει το πιο αποτελεσματικό μέσο για τη χειραγώγηση των μαζών, ενίοτε η Ιστορία έχει χιούμορ. Έτσι, οι προπαγανδιστές των αρίστων πέφτουν στην παγίδα την οποία οι ίδιοι δημιουργούν. Η περίπτωση της περιβόητης νεαρής επιστημόνισσας που δήθεν διέπρεψε στην Εσπερία, στη NASAκαι αλλού, και βραβεύτηκε από την υπ. Παιδείας, Νίκη Κεραμέως, και παλαιότερα από την Άννα Διαμαντοπούλου, είναι χαρακτηριστική. Ένα, κατά κυριολεξία, κατασκεύασμα, φτάνει μέχρι και τη λίστα του περιοδικού Forbes και γίνεται σύμβολο προκοπής και επιτυχίας, δίχως επί της ουσίας να διαθέτει τίποτε, παρά μόνο έναν καλά οργανωμένο επικοινωνιακό μηχανισμό ο οποίος, όταν δεν ψευδόταν, μετέτρεπε το φύκι σε μετάξι. 

Το πρόβλημα, φυσικά, δεν είναι μοναχά ελληνικό, εγγίζει δε και την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα: πώς και ποιοι φιγουράρουν στις λίστες των “πανάξιων” είναι, συχνάκις, μια ολίγον θολή ιστορία, όταν, επιπλέον, εταιρείες και συμφέροντα εμπλέκονται στην ακαδημαϊκή έρευνα, κατευθύνοντας την και επιβραβεύοντας, προφανώς, τους πρόθυμους. 

Στη σπουδή τους να αποδείξουν πως, στον αγγελικά πλασμένο κόσμο τους, “Μπορείς να γίνεις ό,τι ονειρεύεσαι”, όπως δήλωνε η χαριέσσα Ελένη Αντωνιάδου, οι ακροφιλελεύθεροι περιέπεσαν σε αυτογκόλ: το κατασκεύασμα βρέθηκε ελλειμματικό, δεν άντεξε στον ανταγωνισμό.

Αλλά το πρόβλημα δεν βρίσκεται, φυσικά, στο «χρυσό κορίτσι». Η έννοια καθεαυτή της αριστείας, που αγνοεί την εγγενή -ταξική- αδυνατότητα των φτωχών στην πρόσβαση στην «υψηλή μόρφωση» –πόσοι άραγε φτάνουν στα Χάρβαρντ με το σπαθί και ουχί με τον από κούνιας παρά τους;- και ταυτοχρόνως ανάγει την υπόθεση των «τυπικών προσόντων» στο νούμερο ένα της αξιακήςκλίμακας, παραμένει μια ολωσδιόλου ρατσιστική υπόθεση.

Εάν δε, η όλη Αριστερά, στο δημόσιο λόγο της, εξακολουθεί να στέκει αμυντικά, και όχι επιθετικά, απέναντι στην κουλτούρα των αρίστων, η κυριαρχία της στο συλλογικό ασυνείδητο παραμένει.

Αυτόν τον αγώνα, που επί της ουσίας ταυτίζεται με τον αγώνα ενάντια στην καπιταλιστική ολοκλήρωση και στην εμπέδωση των ανισοτήτων που προκαλεί, καλείται να δώσει η Αριστερά. Στέκοντας διαρκώς, μαχητικά, απέναντι στις θεωρίες για υποτιθέμενους άριστους – άξιους και στις από αυτές εκπορευόμενες αξιολογήσεις –ανθρώπων, υπαλλήλων κ.ο.κ.Δίνοντας, εν τέλει, πολιτικό και ταξικό χαρακτήρα στο κράτος που επιθυμεί να διαμορφώσει στο μέλλον, από τον λαό για τον λαό.


Ρεπορτάζ : kelly Σύνδεσμος

Loading...

Άλλα τελευταία άρθρα Κατηγορίας