X. Λ. Μπόρχες: Μαθαίνεις πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις

X. Λ. Μπόρχες: Μαθαίνεις πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις

Mε κάθε αντίο μαθαίνεις…

«Μετά από λίγο μαθαίνεις

την ανεπαίσθητη διαφορά

ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι

και να αλυσοδένεις μια ψυχή…

Και μαθαίνεις πως αγάπη

δε σημαίνει στηρίζομαι

και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια

Και αρχίζεις να μαθαίνεις

πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια

και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις

Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου

με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα

Με τη χάρη μιας γυναίκας

και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού

Και μαθαίνεις να φτιάχνεις

όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα, 

γιατί το έδαφος του Αύριο

είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια

και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο

να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.

Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις.

Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου μπορεί να σου κάνει κακό.

Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ

αντί να περιμένεις κάποιον να σου φέρει λουλούδια

Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις

Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη

Και ότι, αλήθεια, αξίζεις

Και μαθαίνεις. μαθαίνεις με κάθε αντίο μαθαίνεις..»

X. Λ. Μπόρχες: Μαθαίνεις πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις

Το 1899 στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής γεννήθηκε ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ένας από τους σημαντικότερους λογοτέχνες του 20ου αιώνα. Παρόλο που έμεινε γνωστός για τα διηγήματά του, έγραψε επίσης ποιήματα, δοκίμια και κινηματογραφικά σενάρια.

Έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του τυφλός. Δίδαξε σε πανεπιστήμια των ΗΠΑ και αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ στα μεγαλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου. Αν και υπήρξε από τους κορυφαίους συγγραφείς του 20ου αιώνα, δεν τιμήθηκε ποτέ με το νόμπελ Λογοτεχνίας. Πέθανε στη Γενεύη το 1986.

Ο Μπόρχες εκπροσωπεί επάξια, παρατηρεί ο Αχ. Κυριακίδης, τη λογοτεχνία που φιλοσοφεί και όχι, ασφαλώς τη φιλοσοφία που λογοτεχνίζει. Γι’ αυτό και τα περισσότερα διηγήματά του αποφαίνονται, προτείνουν σκανδαλιστικές απόψεις σε προαιώνια ζητήματα, ενώ τα περισσότερα δοκίμιά του αναρωτιούνται, ταλαντεύονται σαν τα πιο γοητευτικά αστυνομικά αινίγματα.

Τα κείμενα του Μπόρχες προεικάζουν τον δισταγμό, αυτό που ο Τσβετάν Τοντόροφ έμελλε να προσδιορίσει ως αναγκαίο κατηγόρημα της μυθοπλαστικής λογοτεχνίας. Ο δισταγμός αυτός προκύπτει από ένα θεμελιώδες διφορούμενο ως προς την ακριβή φύση των γεγονότων που παρατίθενται σε μια φανταστική αφήγηση. Πραγματικό ή ψευδαισθητικό; Αυτή η θεμελιώδης ασάφεια συγχύζει τον αναγνώστη.

Ο Μπόρχες ήταν απόγονος αγωνιστών για τη χειραφέτηση της Αργεντινής, ενώ ο πατέρας του ήταν δικηγόρος και καθηγητής ψυχολογίας σε ξενόγλωσση παιδαγωγική σχολή.

Σε ηλικία επτά χρονών συνέταξε στα ελληνικά μια σύνοψη της ελληνικής μυθολογίας. Οκτώ χρονών έγραψε το πρώτο διήγημά του, ενώ ένα χρόνο αργότερα μετέφρασε και δημοσίευσε τον Ευτυχισμένο πρίγκιπατου Όσκαρ Ουάιλντ.

Εξαιτίας μιας πάθησης στα μάτια του, που θα τον οδηγήσει προοδευτικά σε πλήρη τύφλωση, η οικογένεια Μπόρχες εγκαταστάθηκε στη Γενεύη, όπου ο Χόρχε Λουίς ξεκίνησε τις λυκειακές σπουδές του και απέκτησε μια υψηλού επιπέδου μόρφωση, τελειοποιώντας παράλληλα τις γνώσεις του στην αγγλική, γαλλική και γερμανική γλώσσα. Εκεί, ήρθε σε επαφή με την εξπρεσσιονιστική ποίηση και τη γερμανική φιλοσοφία.

Το 1910 εγκατεστημένος στη Μαγιόρκα της Ισπανίας ολοκλήρωσε την πρώτη ποιητική συλλογή του Οι κόκκινοι ρυθμοί όπου είναι φανερός ο θαυμασμός για την επανάσταση των μπολσεβίκων στη Ρωσία.

Η οικογένεια των Μπόρχες, έπειτα από πολλές προσωρινές διαμονές και πολλά ταξίδια στην Ευρώπη, επέστρεψαν το 1921 στο Μπουένος Άιρες, όπου και παρέμειναν. Πλέον, ο Μπόρχες άρχισε να ανακαλύπτει τις φτωχογειτονιές της γενέτειράς του με τους compafritos («μόρτες»), έγραψε ποιήματα, διηγήματα, δοκίμια και «φαντασίες», ίδρυσε διάφορα περιοδικά και πήρε μέρος σε λογοτεχνικούς ομίλους.

Από το 1925, όταν δημοσιεύθηκε η ποιητική του συλλογήΗ απέναντι Σελήνη και τα δοκίμια Έρευνες, έδινε το λογοτεχνικό παρόν με ένα έως δύο έργα το χρόνο, μέχρι το 1985, έτος που εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή του, Οι συνωμότες.

Ο Μπόρχες πέθανε στις 14 Ιουνίου του 1986 στη Γενεύη και τάφηκε σύμφωνα με την επιθυμία του, στην πόλη των εφηβικών του χρόνων, στο Μπουένος Άιρες.

Πηγές: 
Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Άπαντα πεζά, επιμ. Αχ. Κυριακίδης, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2005.
Borges, Jorge Luis, 1899-1986, στο BiblioNet.


Ρεπορτάζ : dinfo Σύνδεσμος

X. Λ. Μπόρχες: Μαθαίνεις πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις

Loading...

Άλλα τελευταία άρθρα Κατηγορίας